Η πρώτη μου επαφή με αυτό που αργότερα θα μάθαινα να λέω «Τεχνική Ανάλυση» δεν είχε τίποτα το οργανωμένο. Ήταν ένστικτο, περιέργεια και μια νεανική εμμονή να καταλάβω γιατί μια μετοχή ανεβαίνει σήμερα και κατεβαίνει αύριο. Αρχές του 1990. Η μετοχή ήταν της Εθνικής. Είχα ήδη προλάβει να γλυκαθώ από την πρώτη αγορά του Οκτώβρη του ’89, στις 12 χιλιάδες δραχμές, είχε ανέβει στις 15.500 δραχμές, κι έτσι γεννήθηκε μια ανάγκη: να τη βλέπω κάθε μέρα. Να τη μαθαίνω.
Στο «κάγκελο» περνούσαν οι συνεδριάσεις. Όρθιος, με το μπλοκάκι των εντολών στο χέρι, σημείωνα προσεκτικά στην πίσω σελίδα, μη φάω και ξύλο από το Χρηματιστή που δούλευα, την ανώτερη τιμή, την κατώτερη, τη τελευταία τιμή που έμενε στο ξύλινο ταμπλό ως κλείσιμο.
Κάθε μέρα ένα μικρό κομμάτι πληροφορίας, σαν να μάζευα ψίχουλα για να φτιάξω κάτι μεγαλύτερο.
Όταν τύχαινε να λείψω λόγω εργασιών στο χρηματιστηριακό γραφείο, δεν υπήρχε περίπτωση να το αφήσω έτσι. Το βράδυ κατέβαινα μέχρι την είσοδο του Χρηματιστηρίου στη Σοφοκλέους και στεκόμουν μπροστά στο αναρτημένο χαρτί. Το «Δελτίο Τιμών Μετοχών». Εκείνο το κομμάτι χαρτί είχε για μένα μεγαλύτερη αξία από οτιδήποτε άλλο.
Στο σπίτι με περίμενε το κατριγέ. Χαρτί σχολικό, λεπτό μολύβι, γόμα πάντα δίπλα. Σημείο-σημείο, τιμή-τιμή, άρχιζα να χτίζω το ημερήσιο διάγραμμα. Δύο απλοί κινητοί μέσοι των πέντε ημερών και των είκοσι ημερών, τραβηγμένοι στο χέρι, με ελαφρύ τρέμουλο στην αρχή και περισσότερη σιγουριά όσο περνούσε ο καιρός. Όταν τα δεδομένα πλήθαιναν, έπιανα τον χάρακα και δοκίμαζα γραμμές. Άλλες έβγαιναν, άλλες όχι. Δεν με πείραζε. Το χαρτί άντεχε.
Σε εκείνο το μικρό γραφείο στο υπνοδωμάτιο, πάνω σε ένα απλό κατριγέ, περνούσα ώρες. Στο μυαλό έτρεχαν σενάρια. Αν κρατήσει εδώ; Αν σπάσει εκεί; Δεν υπήρχε βιασύνη. Υπήρχε μόνο η χαρά της ανακάλυψης. Σήμερα ανοίγεις μια πλατφόρμα και τα έχεις όλα μπροστά σου σε ένα δευτερόλεπτο. Τότε, κάθε γραμμή ήθελε κόπο. Κι αυτός ο κόπος σε έδενε με την τιμή και τη συμπεριφορά της μετοχής.
Στο χρηματιστηριακό γραφείο, βέβαια, η καθημερινότητα είχε και τη λιγότερο ρομαντική πλευρά της. Το κόψιμο των κουπονιών για τα μερίσματα. Ένχαρτες μετοχές, στοίβες ολόκληρες, ψαλίδι στο χέρι και ώρες μέσα στην πίσω, θωρακισμένη αποθήκη. Μετά από λίγο τα δάχτυλα πονούσαν, οι αρθρώσεις έκαιγαν. Αλλά δεν σκεφτόμουν να φύγω. Το αίμα της ηλικίας έβραζε. Ήθελα να είμαι εκεί. Να ανήκω σε αυτόν τον κόσμο.
Κοιτώντας σήμερα εκείνο το παλιό διάγραμμα της Εθνικής, δεν βλέπω μόνο τιμές. Βλέπω έναν νεαρό που έμαθε να παρατηρεί. Να περιμένει. Να σέβεται τον χρόνο. Ένα μολύβι, ένα χαρτί και μια αγορά που τότε μιλούσε πιο αργά. Κι ίσως γι’ αυτό ακουγόταν πιο καθαρά μέσα μου.”